Το σημερινό Ευαγγέλιο [Μκ 6,7-13] μας μιλά πως ο Ιησούς για πρώτη φορά στέλνει τους Δώδεκα (Αποστόλους), μόνους τους, να “ευαγγελίσουν”, δηλαδή να εκπληρώσουν ένα ιεραποστολικό έργο. Όμως δεν έπρεπε μόνο να κηρύξουν το λόγο του Θεού, αλλά να κάνουν κάτι περισσότερο.

«Εκείνος τους έστειλε δύο δύο…», επειδή έπρεπε να δείξουν στον κόσμο τι σημαίνει οι άνθρωποι να ζουνε κατά πνεύμα σαν αδέλφια, έχοντας έναν κοινό Πατέρα που βρίσκεται στους ουρανούς. Παλιά ο Θεός έστελνε τους προφήτες μόνους τους, όπως το αναφέρει το πρώτο Ανάγνωσμα (Αμ 7,12-15), αλλά οι νέοι προφήτες, οι απόστολοι του Ιησού, πρέπει να προφητεύουν, αλλά δίνοντας παράδειγμα αδελφικής αγάπης, κηρύττοντας την αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον…

Ο Ιησούς τους είπε να μην πάρουν τίποτα μαζί τους: ούτε ψωμί, ούτε σακίδιο, ούτε χρήματα, κτλ. Αντίθετα, τους έδωσε τη δύναμή του, επειδή δεν έπρεπε να αλλάξουν τον κόσμο χάρη στην ανθρώπινη δύναμη ή το προσωπικό ταλέντο τους, αλλά με τη χάρη του Ιησού Χριστού.

Και αυτή η δύναμη,  αυτή η χάρη ήταν πολύ ισχυρή! Και τους έδωσε εξουσία πάνω στα ακάθαρτα πνεύματα, για να τα διώξουνε μακριά από τον άνθρωπο. Διότι δεν εξηγείται το κακό που υπάρχει στον κόσμο χωρίς την παρουσία των δαιμόνιων που παρασύρουν τους ανθρώπους στην αμαρτία.

Και τους στέλνει σε κάθε άνθρωπο, οικογένεια, σπίτι, έτσι ώστε να μην μένει κανείς χωρίς τη σωτηρία και τη θεϊκή ευλογία. Όλοι καλούνται στην μετάνοια, δηλαδή να ζήσουν σύμφωνα με τις εντολές του Θεού και μαζί με το Θεό.

Τέλος η δύναμη που ο Χριστός τους έδωσε είχε την ικανότητα να θεραπεύσει τις ασθένειες μέσω της χρίσης ενός αγιασμένου λαδιού.

Όλα αυτά οι Απόστολοι μπόρεσαν να τα κάνουν μονο με τη δύναμη της χάρης του Χριστού, κι όχι με την δική τους δύναμη. Ακόμα και σήμερα η ανθρώπινη κοινωνία χρειάζεται αυτό το ευαγγελισμό, αυτήν την αποστολή: πρέπει να διώξουμε μακριά από μας τα δαιμόνια, να απορρίψουμε την λεγόμενη «κουλτούρα του θανάτου», πρέπει να φτάσει σε κάθε άνθρωπο η ειρήνη και η ευλογία του Χριστού, πρέπει να φέρουμε πίσω στην χριστιανική ζωή όσους έχουν απομακρυνθεί από τον Θεό, πρέπει να ανακουφίσουμε τον πόνο πολλών φτωχών και ασθενών…

Ας προσευχηθούμε στον Κύριο, ώστε εμείς, ως Εκκλησία και μαθητές του Ιησού, να είμαστε πάντα πρόθυμοι να εκτελέσουμε όλα αυτά με γενναιοδωρία.