Τα Αναγνώσματα αυτής της Κυριακής μας υπενθυμίζουν πόσο μεταβαλλόμενη και ασταθής είναι η συμπεριφορά του ανθρώπου, πόσο αναξιόπιστος είναι ο ανθρώπινος λόγος, ακόμη και όταν αυτός υπόσχεται πράγματα στον Θεό, και πόσο, κατά καιρούς, στερούμενες από έννοια και ευθύνη είναι οι πράξεις του.

Το πρώτο Ανάγνωσμα [Ιεζ 18,25-28] αναφέρεται σε μια σύγκρουση μεταξύ του λαού του Ισραήλ και του ίδιου του Θεού. Οι Ισραηλίτες γόγγυζαν, λέγοντας: «Ο δρόμος του Κυρίου δεν είναι ευθύς» (εδ. 25), δηλαδή χαρακτήριζαν τον Κύριο άδικο, ίσως επειδή δεν κατανοούσαν τη σοφία των θεϊκών σχεδίων του ή τους τιμωρούσε δίκαια για τα παραπτώματά τους. Αλλά ο Κύριος ανταποκρίνεται σε αυτήν την κατηγορία ή παράπονό τους δίνοντάς τους μια εγγύηση δικαιοσύνης και ελέους, γιατί η δικαιοσύνη του συνοδεύεται πάντα από το έλεός του, και τους επιβεβαιώνει: όποιος μετανοήσει ειλικρινά από τις κακές του πράξεις και επιστρέψει από το άδικό του μονοπάτι θα σωθεί. Με άλλα λόγια, η καταδίκη του άδικου ανθρώπου θα ισχύει μόνον τόσο, όσο διαρκεί η κακή του συμπεριφορά, δεν θα είναι για πάντα, ενώ υπάρχει η δυνατότητα να μετανοήσει και να αλλάξει τη ζωή του.

Όμως, την ίδια στιγμή ο Κύριος προειδοποιεί τους δίκαιους, μήπως πέσουν στον πειρασμό να εξαπατήσουν το έλεος του Θεού, ότι αυτός (ο Κύριος) δεν θα διστάσει να τους τιμωρήσει εάν εγκαταλείψουν το δρόμο της σωτηρίας και επιδοθούν στην αμαρτία και την κακία. Με τέτοιο τρόπο η Σοφία του Θεού ενθαρρύνει άλλους (τους αμαρτωλούς) να μετανοήσουν, επειδή το έλεος του Θεού τους περιμένει, αλλά προειδοποιεί άλλους (τους δίκαιους) για να μην εξαπατηθούν και να μην εγκαταλείψουν τις θεϊκές εντολές.

Στην ευαγγελική περικοπή [Μτ 21,28-32] ο Κύριος μας παρουσιάζει μια παρόμοια κατάσταση, αλλά η παραβολή τώρα μιλάει για έναν πατέρα και τους δύο γιους του, ό,τι αναφέρεται σαφώς στον Θεό και τους γιους του, τους ανθρώπους. Ο Θεός ζητάει πράγματα από τους ανθρώπους, επειδή έχει το δικαίωμα να το κάνει, αλλά και επειδή τα παιδιά πρέπει να κληρονομήσουν τον αμπελώνα, δηλαδή τη Βασιλεία των Ουρανών, και είναι δίκαιο και βολικό να εργάζονται σ’ αυτόν για να λάβουν την ανταμοιβή τους. Αλλά ο Θεός δεν μας ζητά να κάνουμε οποιοδήποτε πράγμα, ούτε μας ζητά κάτι που δεν μπορούμε να το κάνουμε: στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτα πιο ευεργετικό για μάς παρά το να κάνουμε αυτό που ο Κύριος ζητά από μας, γι’ αυτό ζητάμε καθημερινά στο Πάτερ ημών: «γενηθήτω το θέλημά Σου!…».

Κι έτσι ο Χριστός λέει αλλού: «όποιος εφαρμόζει το θέλημα του ουράνιου Πατέρα μου, αυτός είναι αδερφός και αδερφή και μητέρα μου» (Μτ 12,50), διότι εκπληρώνοντας το θέλημα του Θεού αποκτάμε τη σωτηρία μας γιατί μας και συμμετέχουμε στη Βασιλεία των Ουρανών ήδη από αυτήν τη ζωή.

Ωστόσο, το να κάνει κανείς το θέλημα του Θεού δεν είναι ερώτημα λόγων, αλλά έργων. Γι’ αυτό ο Χριστός νουθετεί τους άρχοντες των ιουδαίων για την υποκρισία τους, διότι αυτοί έλεγαν ότι εκπλήρωναν τις εντολές του Θεού, αλλά που στην πραγματικότητα δεν το έκαναν ούτε δέχονταν τον Χριστό ως σωτήρα τους. Σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου πολλοί τελώνες και πόρνες μετανόησαν στο κήρυγμα του Ιωάννη του Βαπτιστή, δηλαδή ήταν αμαρτωλά παιδιά, αλλά έγιναν παιδιά με δικαίωμα να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή, επειδή άλλαξαν τη ζωή τους και ακολούθησαν τον Ιησού Χριστό.

Κηρύγματα Tags: